Νέα

Νέα

Η Ελλάδα χάνει πολύτιμο έδαφος στον τομέα των κλινικών μελετών

Η Ελλάδα χάνει πολύτιμο έδαφος στον τομέα των κλινικών μελετών

Άρθρο Γενικού Διευθυντή ΣΦΕΕ κ. Μιχάλη Χειμώνα στο Liberal, 30/07/2026

 

Για χιλιάδες ανθρώπους που ζουν με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ασθένειες, η συμμετοχή σε μια κλινική μελέτη μπορεί να σημαίνει πρόσβαση σε μια καινοτόμο θεραπεία πολλά χρόνια πριν αυτή κυκλοφορήσει στην αγορά. Τα οφέλη επεκτείνονται και στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

 

Σε μια περίοδο φαρμακευτικής αναγέννησης, όπου η καινοτομία στην υγεία εξελίσσεται με πρωτοφανείς ρυθμούς, οι κλινικές μελέτες αποτελούν στρατηγικό πυλώνα ανάπτυξης για κάθε σύγχρονο σύστημα υγείας. Δεν είναι απλώς μια ερευνητική δραστηριότητα ούτε μόνο μια επένδυση της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Είναι ένα εργαλείο δημόσιας πολιτικής που βελτιώνει την πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες, ενισχύει τα δημόσια νοσοκομεία, δημιουργεί θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και προσελκύει σημαντικά ξένα επενδυτικά κεφάλαια (FDI).

Την ίδια στιγμή, όμως, που χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα κερδίζουν έδαφος στην προσέλκυση κλινικών μελετών έναντι της Ευρώπης, η Ελλάδα θα χάσει σίγουρα παραπάνω έδαφος επειδή ακριβώς είναι ένας από τους μικρούς ανταγωνιστές σε αυτό τον τομέα. Το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική αβεβαιότητα, αλλαγές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, δημοσιονομικές πιέσεις και αυξημένο ανταγωνισμό για τις επενδύσεις στην έρευνα. Σε αυτές τις συνθήκες, οι πολυεθνικές εταιρείες επιλέγουν τις χώρες που διαθέτουν σταθερό, προβλέψιμο και φιλικό θεσμικό περιβάλλον. Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν στέλνει σήμερα αυτό το μήνυμα.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Ο μηχανισμός συμψηφισμού του επενδυτικού clawback με επενδύσεις σε Έρευνα & Ανάπτυξη και κλινικές μελέτες δημιούργησε αρχικά σημαντικές προσδοκίες. Ωστόσο, οι συμψηφισμοί που αφορούσαν κλινικές μελέτες μειώθηκαν από περίπου 50 εκατ. ευρώ το 2021 σε μόλις 5 εκατ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2023-2024. Παράλληλα, οι συνολικές επενδύσεις στις κλινικές μελέτες παραμένουν περίπου στα 100 εκατ. ευρώ ετησίως, όταν η αγορά εκτιμά ότι η χώρα θα μπορούσε ρεαλιστικά να προσελκύσει τουλάχιστον τριπλάσιο ύψος επενδύσεων.

Πίσω από αυτούς τους αριθμούς, όμως, βρίσκονται οι πραγματικοί ωφελούμενοι: οι ασθενείς.

Για χιλιάδες ανθρώπους που ζουν με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ασθένειες, η συμμετοχή σε μια κλινική μελέτη μπορεί να σημαίνει πρόσβαση σε μια καινοτόμο θεραπεία πολλά χρόνια πριν αυτή κυκλοφορήσει στην αγορά. Σε πολλές περιπτώσεις, οι νέες θεραπείες θα γίνουν ευρέως διαθέσιμες μετά από οκτώ έως δέκα χρόνια. Οι κλινικές μελέτες επιτρέπουν στους ασθενείς να αποκτήσουν αυτή τη δυνατότητα νωρίτερα, με αυστηρή επιστημονική παρακολούθηση, σύμφωνα με τα υψηλότερα διεθνή πρότυπα ασφάλειας και δεοντολογίας.

Ταυτόχρονα, οι συμμετέχοντες λαμβάνουν δωρεάν την υπό μελέτη θεραπεία, καθώς και όλες τις απαραίτητες διαγνωστικές εξετάσεις και την ιατρική παρακολούθηση που προβλέπει το πρωτόκολλο της μελέτης. Αυτό μεταφράζεται σε ουσιαστικό όφελος τόσο για τους ίδιους όσο και για το δημόσιο σύστημα υγείας, το οποίο εξοικονομεί σημαντικούς πόρους. Ενδεικτικά, το κόστος μιας σύγχρονης ανοσοθεραπείας για ογκολογικούς ασθενείς μπορεί να ξεπερνά τις 70.000 ευρώ ανά ασθενή, ποσό που στις κλινικές μελέτες καλύπτεται από τον χορηγό της έρευνας.

Τα οφέλη επεκτείνονται και στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Οι κλινικές μελέτες φέρνουν νέους οικονομικούς πόρους στα δημόσια νοσοκομεία, χρηματοδοτούν εξοπλισμό και ερευνητικές υποδομές, ενισχύουν την επιστημονική κατάρτιση των επαγγελματιών υγείας και δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας για γιατρούς, νοσηλευτές, βιοεπιστήμονες και ερευνητές. Παράλληλα, συμβάλλουν στον περιορισμό του φαινομένου της διαρροής επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό, διατηρώντας στη χώρα ανθρώπους υψηλής εξειδίκευσης.

Παρά τα προφανή αυτά οφέλη, η Ελλάδα στερείται σημαντικών επενδύσεων σε Έρευνα και Ανάπτυξη, ενώ η Πολιτεία δεν αναγνωρίζει την αξία τους και δεν ενισχύει τα κίνητρα για επενδύσεις σε κλινικές μελέτες. Αλλά και το νέο θεσμικό πλαίσιο για το επενδυτικό clawback της περιόδου 2026-2027 δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες που υπάρχουν. Προτάσεις που θα ενίσχυαν ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας δεν ενσωματώθηκαν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η δυνατότητα επανυποβολής κλινικών μελετών που συνεχίζονται μετά το 2028, ο σαφής διαχωρισμός των διαθέσιμων πόρων μεταξύ έργων Έρευνας & Ανάπτυξης και επενδυτικών σχεδίων, καθώς και η μείωση του ελάχιστου ποσοστού υλοποίησης των έργων από 70% σε 35%, ώστε να ανταποκρίνεται στον πραγματικό κύκλο ζωής των κλινικών δοκιμών, ο οποίος συνήθως εκτείνεται σε τρία έως τέσσερα χρόνια.

Οι αλλαγές αυτές δεν αποτελούν διευκολύνσεις προς τη φαρμακοβιομηχανία. Αποτελούν επένδυση στους ασθενείς, στη δημόσια υγεία και στην ελληνική οικονομία. Όσο η χώρα παραμένει λιγότερο ανταγωνιστική από άλλες ευρωπαϊκές αγορές, οι διεθνείς επενδύσεις, οι ερευνητικές συνεργασίες και –κυρίως– οι ευκαιρίες των ασθενών για πρόσβαση στις πιο σύγχρονες θεραπείες θα κατευθύνονται αλλού.

Η Ελλάδα διαθέτει το επιστημονικό δυναμικό, τα νοσοκομεία και τους ερευνητές για να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο κλινικής έρευνας. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική απόφαση να δημιουργηθεί ένα σταθερό, προβλέψιμο και πραγματικά ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο. Σε έναν διεθνή αγώνα δρόμου για την καινοτομία, η αδράνεια δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Έχει κόστος. Και το κόστος αυτό το πληρώνουν πρώτα οι ασθενείς.

Μετάβαση στο περιεχόμενο
ΣΦΕΕ
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.