Νέα

Νέα

Η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει πολύτιμες φαρμακευτικές επενδύσεις

Η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει πολύτιμες φαρμακευτικές επενδύσεις

Συνέντευξη Προέδρου ΣΦΕΕ κ. Ολύμπιου Παπαδημητρίου στo Liberal.gr και τη δημοσιογράφο Σοφία Κωστάρα, 26/05/2026

— Ο ΣΦΕΕ εξέφρασε την απογοήτευσή του για τη μη ενσωμάτωση των προτάσεών του στο ΦΕΚ για το επενδυτικό clawback. Ποιο θεωρείτε ότι είναι το βασικό «κενό διαλόγου» με την Πολιτεία και γιατί δεν αποτυπώθηκε η αγορά στην τελική ρύθμιση; 

Η κυβέρνηση πριν από αρκετά χρόνια εισήγαγε το πρόγραμμα συμψηφισμού επενδυτικών δαπανών (ή καλύτερα μέρους αυτών) των φαρμακευτικών εταιρειών με clawback, και έπραξε άριστα.

Ενώ αρχικά το πλαίσιο αυτό στηρίχθηκε σε μια ισορροπημένη κινητροδότηση μεταξύ δαπανών σε παραγωγικές επενδύσεις και σε έρευνα και ανάπτυξη (κλινικές μελέτες), πολύ γρήγορα αυτή την ισορροπία χάθηκε.

Το ΦΕΚ που κυκλοφόρησε πρόσφατα και περιγράφει το προσεχές πρόγραμμα για «συμψηφισμό clawback με δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α) και επενδυτικών σχεδίων περιόδου 2026-2027» είναι ουσιαστικά μια επανάληψη του προηγουμένου πλαισίου αφού δεν ενσωμάτωσε καμία από τις προτάσεις μας, παρά το γεγονός πως για κάποιες από αυτές υπήρχαν σχετικές διαβεβαιώσεις.

Η κυβέρνηση έχει μια εμμονή στην πριμοδότηση παραγωγικών επενδύσεων οι οποίες, λυπάμαι να πω πως, είναι μεσομακροπρόθεσμης απόδοσης, αφορούν μια μειοψηφία εταιρειών, κάποιες από αυτές είναι αμφίβολης ανταγωνιστικότητας και βιωσιμότητας.

Οι κλινικές μελέτες από την άλλη πλευρά φέρνουν άμεσα «φρέσκο χρήμα» στη χώρα και θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, δίνουν πόρους αλλά και εξοικονομήσεις στο σύστημα υγείας και μπορούν να υλοποιηθούν από σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό εταιρειών.

Σε κάθε περίπτωση, η θέση μας δεν είναι υπέρ των «μεν» και κατά των «δε», αλλά υπέρ ενός ισορροπημένου πλαισίου κινήτρων και για τους δυο επενδυτικούς πυλώνες. Και επειδή έως τώρα το πλαίσιο έχει λειτουργήσει άριστα για τις παραγωγικές επενδύσεις, οι τεκμηριωμένες προτάσεις του Συνδέσμου εστιάζουν στην βελτίωση των κινήτρων προσέλκυσης περισσότερων κλινικών μελετών στη χώρα μας. Δυστυχώς και αυτή τη φορά, αγνοήθηκαν.

Στην πράξη, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται των δυνατοτήτων της στον τομέα των κλινικών μελετών, με τις επενδύσεις να παραμένουν στάσιμες σε επίπεδα χαμηλότερα αντίστοιχων χωρών με εμάς. Την ίδια στιγμή, τα οφέλη για το σύστημα υγείας, τους ασθενείς και την οικονομία είναι σαφή και πολυεπίπεδα, τόσο σε όρους πρόσβασης στην καινοτομία όσο και εξοικονόμησης πόρων και ενίσχυσης της επιστημονικής δραστηριότητας.

Ωστόσο, συγκεκριμένες προβλέψεις του νέου πλαισίου δημιουργούν αντικίνητρα. Πιο συγκεκριμένα:

Α) Δικαιούχοι

Δεν θεωρούνται δικαιούχοι οι αλλοδαπές μητρικές εταιρείες που υλοποιούν μελέτες στην Ελλάδα, απευθείας από το εξωτερικό και όχι μέσω των τοπικών υποκαταστημάτων τους. Αντίθετα συμπεριλαμβάνονται στους δικαιούχους ελληνικές μητρικές εταιρείες σε περίπτωση που έχουν θυγατρικές εταιρείες που υλοποιούν επενδύσεις.

Β) Προϋπολογισμοί

Δεν ορίζεται διακριτό κονδύλι προς συμψηφισμό, που να είναι διαθέσιμο για έργα Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α) και για Παραγωγικές Επενδύσεις.

Γ) Υποχρέωση υλοποίησης φυσικού και οικονομικού αντικειμένου του έργου

Το Νομοσχέδιο αναφέρει ότι πρέπει να υλοποιηθεί τουλάχιστον το 70% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου του έργου με βάση την έκδοση των αποφάσεων ένταξης. Επιπλέον, ορίζει ότι η χρονική διάρκεια του έργου ορίζεται έως 31/12/2028. Ωστόσο, η Πολιτεία αγνοεί ότι μία κλινική μελέτη μπορεί να διαρκεί 3–4 χρόνια και ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου πραγματοποιείται προς το τέλος της, όταν τείνει να ολοκληρωθεί.

Μία πολυεθνική εταιρεία μπορεί να διεξάγει κλινικές μελέτες σε οποιαδήποτε χώρα επιλέξει, εάν δεν τις υλοποιήσει στην Ελλάδα, θα τις υλοποιήσει κάπου αλλού. Ο πραγματικά αδικημένος είναι ο ασθενής στη χώρα μας, ο οποίος θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες άμεσα, ενώ αυτές θα διατεθούν στην αγορά μετά από 8–10 χρόνια.

Παράλληλα, το σύστημα υγείας δεν αξιοποιεί τη δυνατότητα παροχής ακριβών θεραπειών δωρεάν στους ασθενείς που συμμετέχουν σε κλινικές μελέτες.

Τέλος η Εθνική Οικονομία απεμπολεί πρόσθετους οικονομικούς πόρους αλλά και θέσεις εργασίας για νέους και όχι μόνο επιστήμονες, με ιδιαίτερα ικανοποιητικές αποδοχές.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι επενδύσεις στις κλινικές μελέτες είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικές και κατευθύνονται σε περιβάλλοντα με σταθερό, προβλέψιμο και ανταγωνιστικό πλαίσιο, το οποίο αναγνωρίζει και εκτιμά την καινοτομία. Εάν η Ελλάδα δεν προσαρμόσει εγκαίρως το ρυθμιστικό της περιβάλλον, υπάρχει ο κίνδυνος απώλειας σημαντικών επενδυτικών ευκαιριών.

Συνεπώς, η ενίσχυση των κλινικών μελετών απαιτεί πιο στοχευμένη και λειτουργική προσέγγιση πολιτικής, με ουσιαστική ενσωμάτωση της εμπειρίας της αγοράς, ώστε να καταστεί η χώρα πραγματικά ανταγωνιστικός προορισμός για επενδύσεις στην καινοτομία και την έρευνα.

 

— Πέρα από τις κλινικές μελέτες, ποιες άλλες επενδύσεις (π.χ. παραγωγή, R&D, ψηφιακές υποδομές, απασχόληση) κινδυνεύουν να μείνουν εκτός του πλαισίου και να χαθεί η αναπτυξιακή δυναμική που προσδοκούσε η αγορά; 

Ένας τομέας που θα μπορούσε να φέρει επενδύσεις και δεν έχει προσεχθεί επαρκώς είναι η ενίσχυση της συνεργασίας των διεθνών εταιρειών με την εγχώρια φαρμακοβιομηχανία – θα μπορούσαν να ορισθούν πρόσθετα κίνητρα για τέτοιες συνεργασίες. Τέτοιου τύπου συμπράξεις συνδέονται άμεσα με την αυτάρκεια, την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, ενώ μπορούν να ενισχύσουν τις εξαγωγές φαρμάκων και τη μεταφορά τεχνογνωσίας στη χώρα μας.

Αντίστοιχα, οι επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη, πέραν του σκέλους των κλινικών δοκιμών —όπως η ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών μορφών, οι βιοτεχνολογικές εφαρμογές και οι συνεργασίες με ερευνητικά ιδρύματα— συχνά δεν ενσωματώνονται ή/και δεν αξιοποιούνται με την απαιτούμενη ευελιξία. Το ίδιο ισχύει και για τις ψηφιακές υποδομές, που περιλαμβάνουν συστήματα ανάλυσης δεδομένων, τεχνητή νοημοσύνη, real-world evidence και εκσυγχρονισμό της παραγωγής, τα οποία αποτελούν πλέον βασικούς πυλώνες ανταγωνιστικότητας.

 

— Με δεδομένη τη διεθνή κινητικότητα των φαρμακευτικών επενδύσεων, πόσο ανταγωνιστική παραμένει σήμερα η Ελλάδα ως επενδυτικός προορισμός στον φαρμακευτικό κλάδο και τι χρειάζεται άμεσα να αλλάξει στο συνολικό πλαίσιο (clawback, φορολογικά κίνητρα, προβλεψιμότητα); 

Η Ελλάδα παραμένει μια αγορά με περιορισμένη ανταγωνιστικότητα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που προσφέρουν πιο προβλέψιμο και επενδυτικά φιλικό περιβάλλον.

Τα φτωχά κίνητρα για την προσέλκυση κλινικών μελετών σε συνδυασμό με το «εχθρικό» περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί για τα καινοτόμα φάρμακα στη χώρα μας, ενισχύουν το σκεπτικισμό των εταιρειών να φέρουν περισσότερες κλινικές μελέτες στην Ελλάδα. Όταν ένα προϊόν έχει χαμηλές πιθανότητες να κυκλοφορήσει στη χώρα μας μετά την αδειοδότησή του, είναι πιθανό πως οι περισσότερες μελέτες για την κλινική του ανάπτυξη θα διεξαχθούν κάπου αλλού.

Το βασικό ζήτημα εξακολουθεί να είναι η προβλεψιμότητα. Ο συνδυασμός υποχρηματοδότησης του φαρμάκου, υψηλών υποχρεωτικών επιστροφών, χαμηλών τιμών στα πρωτότυπα φάρμακα και μεταβλητότητας στον τρόπο εφαρμογής των μέτρων δυσχεραίνει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό επενδύσεων. Για παράδειγμα, ακόμα δεν έχουν εκδοθεί τα σημειώματα clawback για το 2025. Επιπλέον, πολλά μέτρα που υιοθετούνται, έχουν αναδρομική ισχύ και ξαφνιάζουν τις εταιρείες.

Για να ενισχυθεί ουσιαστικά η ανταγωνιστικότητα της χώρας, απαιτείται αναμόρφωση του πλαισίου. Πυρήνας αυτής θα πρέπει να είναι η σταδιακή αποκλιμάκωση και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα των υποχρεωτικών επιστροφών, η απλοποίηση και στοχευμένη ενίσχυση των κινήτρων για επενδύσεις σε κλινικές μελέτες, καθώς και η ταχύτερη και πιο διαφανής υλοποίηση των επενδυτικών εργαλείων.

Σε ένα περιβάλλον έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει ελκυστικό επενδυτικό κόμβο στον φαρμακευτικό τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενισχύσει τη σταθερότητα, τη συνέπεια και την προβλεψιμότητα της πολιτικής της.

 

— Με δεδομένο ότι ο στόχος του επενδυτικού clawback είναι να επιστρέφει αξία στην οικονομία και τους ασθενείς, θεωρείτε ότι σήμερα υπάρχει κίνδυνος το μέτρο να λειτουργεί αντίστροφα, αποθαρρύνοντας επενδύσεις και τελικά περιορίζοντας την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες; 

Η πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες περιορίζεται από το ζοφερό οικονομικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας για τα φάρμακα, ιδιαίτερα για τα νέα καινοτόμα φάρμακα. Το επενδυτικό clawback σχεδιάστηκε με σαφή αναπτυξιακή στόχευση, δηλαδή τον συμψηφισμό μέρους των υποχρεωτικών επιστροφών με επενδύσεις που ενισχύουν την οικονομία και τη δημόσια υγεία και σίγουρα δεν δρα αρνητικά στην πρόσβαση. Έτσι όπως υλοποιείται όμως, σίγουρα δεν δρα και θετικά.

Ενδεικτικά, το 2021 συμψηφίστηκαν περίπου 50 εκατ. ευρώ από επενδύσεις σε κλινικές μελέτες, ενώ το 2023 -2024 το ποσό περιορίστηκε μόλις στα 5 εκατ. ευρώ/έτος. Συνολικά, οι επενδύσεις σε κλινικές μελέτες παραμένουν σταθερές γύρω στα 100-150 εκατ. ευρώ ετησίως, επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο από τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η δυναμική της Ελλάδας θα μπορούσε να φτάσει τουλάχιστον στο τριπλάσιο αυτού του ποσού.

Θα αναφέρω για πολλοστή φορά πως το επενδυτικό clawback είναι ένα εργαλείο για την προσέλκυση επενδύσεων και σε καμία περίπτωση για τη διαχείριση των υποχρεωτικών επιστροφών των φαρμακευτικών επιχειρήσεων. Το ποσό που διατίθεται για συμψηφισμό ετησίως είναι περί τα 100 εκατ. ευρώ, ενώ οι υποχρεωτικές επιστροφές ξεπερνούν τα 3,5 δις ευρώ…

Η προσέλκυση επενδύσεων σε Ε&Α και σε κλινικές μελέτες στην Ελλάδα πρέπει να αποτελέσει στρατηγική προτεραιότητα της Πολιτείας και να δοθούν περαιτέρω κίνητρα, για το σύνολο των ωφελειών που φέρνουν στο σύστημα υγείας και στην Εθνική οικονομία.

Μετάβαση στο περιεχόμενο
ΣΦΕΕ
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.