Με το βλέμμα σε ένα σύστημα υγείας που φροντίζει τους ασθενείς
Άρθρο Γενικού Διευθυντή ΣΦΕΕ κ. Μιχάλη Χειμώνα στο περιοδικό Ygeiamou της εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 01/11/2026
Ζούμε στην εποχή της Φαρμακευτικής Αναγέννησης. Η επιστημονική πρόοδος, όμως, αποκτά πραγματική αξία όταν φτάνει εγκαίρως στον ασθενή που τη χρειάζεται. Μια νέα θεραπεία μπορεί να αλλάξει την πορεία μιας ασθένειας, να προσφέρει περισσότερο και καλύτερο χρόνο ζωής και να βελτιώσει την καθημερινότητα ολόκληρης της οικογένειας ενός ασθενή. Αρκεί να φτάσει έγκαιρα. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι διπλή: να εξασφαλίσει ισότιμη πρόσβαση στη φαρμακευτική καινοτομία και, ταυτόχρονα, να διαμορφώσει ένα σύστημα υγείας ικανό να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τη μελέτη Patients W.A.I.T. Indicator 2025 των EFPIA–IQVIA, από τα 168 νέα φάρμακα που έλαβαν έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ) την περίοδο 2021–2024, μόνο τα 69 ήταν διαθέσιμα στην Ελλάδα. Από αυτά, μόλις τα 36 είναι πλήρως προσβάσιμα μέσω ΕΟΠΥΥ, ενώ τα υπόλοιπα 33 διατίθενται μέσω ειδικών διαδικασιών (ΣΗΠ, ΙΦΕΤ) με περιορισμούς. Ουσιαστικά, η πλήρης πρόσβαση αφορά μόλις ένα στα πέντε νέα φάρμακα της συγκεκριμένης περιόδου. Παράλληλα, ο μέσος χρόνος από την ευρωπαϊκή έγκριση έως την αποζημίωση στην Ελλάδα φτάνει τις 641 ημέρες. Για έναν άνθρωπο με σοβαρή ή σπάνια πάθηση, αυτή η αναμονή μπορεί να σημαίνει λιγότερες θεραπευτικές επιλογές και μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Η καθυστερημένη έλευση ή μη διάθεση νέων φαρμάκων στη χώρα μας επιβαρύνει τους ασθενείς, δυσχεραίνει το έργο των ιατρών, αυξάνει την πίεση στο σύστημα υγείας και συνδέεται άμεσα τόσο με τη δημόσια υποχρηματοδότηση όσο και με τις ιδιαίτερα υψηλές επιστροφές που επιβάλλονται στη φαρμακοβιομηχανία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία OECD/ΙΟΒΕ, η δημόσια κατά κεφαλήν δαπάνη για φαρμακευτικά και άλλα υγειονομικά αναλώσιμα ήταν 249 ευρώ στην Ελλάδα το 2024, έναντι 386 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Αντίθετα, η ιδιωτική δαπάνη έφτανε τα 265 ευρώ, έναντι 158 ευρώ στην ΕΕ. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει την αυξημένη επιβάρυνση των νοικοκυριών και αναδεικνύει την ανάγκη ισχυρότερης δημόσιας κάλυψης.
Η απόφαση της Πολιτείας να μην χρηματοδοτήσει τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη οδήγησε στη δημιουργία ενός τεράστιου χρηματοδοτικού κενού, το οποίο καλύπτουν οι φαρμακευτικές εταιρίες και οι ασθενείς. Έχουμε φτάσει στο σημείο η φαρμακοβιομηχανία να συνεισφέρει στη συνολική αποζημιούμενη αγορά σε ποσοστό 54%, ενώ η Πολιτεία σε ποσοστό μόλις 36% (στοιχεία 2025). Η διατήρηση τόσο υψηλών επιβαρύνσεων δημιουργεί αβεβαιότητα για την εισαγωγή νέων θεραπειών και την προσέλκυση επενδύσεων. Και μάλιστα τα φάρμακα που τιμωρούνται περισσότερο και έχουν τις υψηλότερες επιστροφές είναι τα καινοτόμα φάρμακα εντός πατέντας, τα οποία στη χώρα μας έχουν και από τις χαμηλότερες τιμές στην Ευρώπη. Ένα βιώσιμο σύστημα χρειάζεται σταθερότερη χρηματοδοτική βάση, προβλέψιμους κανόνες και αποτελεσματική διαχείριση της δαπάνης.
Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης πρέπει να βρίσκεται η αξία της φαρμακευτικής καινοτομίας. Η συμβολή μιας θεραπείας αποτυπώνεται στην επιβίωση, στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και στην καλύτερη ποιότητα ζωής. Αποτυπώνεται, επίσης, στη δυνατότητα του ασθενή να εργάζεται, να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή και να χρειάζεται λιγότερη φροντίδα από τους οικείους του. Η καινοτομία μπορεί παράλληλα να ενισχύσει τη βιωσιμότητα του συστήματος, καθώς μειώνει επιπλοκές, νοσηλείες και ανάγκες μακροχρόνιας φροντίδας. Σύμφωνα με τη μελέτη του WifOR Institute, “How innovation drives health and growth in Europe: Assessing the Return on Investment of innovative medicines” (2026), €1 επένδυση στα νέα φάρμακα στη χώρα μας δημιουργεί €6 κοινωνικοοικονομική αξία. Γι’ αυτό, η αξιολόγηση κάθε νέας θεραπείας χρειάζεται να συνεκτιμά το κλινικό όφελος και τη συνολική κοινωνικοοικονομική αξία της, μαζί με το κόστος.
Οι προτάσεις του ΣΦΕΕ για ένα βιώσιμο, ασθενοκεντρικό σύστημα υγείας εστιάζουν σε συγκεκριμένες προτεραιότητες. Πρώτον, σταδιακή προσαρμογή της δημόσιας φαρμακευτικής χρηματοδότησης στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών της χώρας μας. Δεύτερον, πλήρης εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων: θεραπευτικά πρωτόκολλα, έλεγχος συνταγογράφησης, μητρώα ασθενών και παρακολούθηση της νοσοκομειακής δαπάνης. Τρίτον, διασύνδεση των ψηφιακών συστημάτων και αξιοποίηση των δεδομένων υγείας.
Η καινοτομία είναι απόλυτα συνυφασμένη με τις κλινικές μελέτες, οι οποίες προσφέρουν στους ασθενείς πρόσβαση σε νέες θεραπείες και ενισχύουν ταυτόχρονα την επιστημονική γνώση, το σύστημα υγείας και την οικονομία. Παρά τα σημαντικά συγκριτικά της πλεονεκτήματα, η Ελλάδα προσελκύει σήμερα μόλις ένα μικρό μέρος επενδύσεων σε κλινικές μελέτες. Με σταθερό θεσμικό περιβάλλον, ταχύτερες διαδικασίες και το κυριότερο αποτελεσματικότερα κίνητρα, η χώρα μπορεί να μετατρέψει το επενδυτικό κενό σε σημαντική αναπτυξιακή ευκαιρία.
Η μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο σύστημα υγείας προϋποθέτει συνυπευθυνότητα Πολιτείας και φαρμακοβιομηχανίας. Μαζί με επαρκή χρηματοδότηση, αποτελεσματικό έλεγχο και μετρήσιμους στόχους, μπορεί να αποτελέσει βάση μιας σταθερότερης φαρμακευτικής πολιτικής. Το κριτήριο επιτυχίας παραμένει ένα: η επιστημονική πρόοδος να μετατρέπεται για τους πολίτες σε έγκαιρη πρόσβαση στην θεραπεία που χρειάζονται, μέσα σε ένα σύστημα υγείας που προσδίδει αξία σε όλους τους εμπλεκόμενους.